«Η μαγειρική είναι φροντίδα. Ο πιο άμεσος τρόπος να πεις σε κάποιον ότι τον σκέφτεσαι χωρίς μια λέξη»
Η Αγάπη δεν είναι μία συνηθισμένη σεφ. Και το Preza Studio δεν είναι ένα συνηθισμένο brand που αναλαμβάνει διοργάνωση events με φαγητό. Γιατί τίποτε που την αφορά δεν είναι συνηθισμένο.
Aπό τη Μία Κόλλια
Φωτογραφίες: Stefanos Oikonomakis

Η γνωριμία μας ήταν λίγο σαν κεραυνοβόλος έρωτας. Τη συμπάθησα ακαριαία, με κέρδισε ολοκληρωτικά, δεν έκανα ποτέ δεύτερη σκέψη για όσα θα μου έλεγε ή όσα έκανε – νομίζω ότι αναγνώρισα και με σκλάβωσε η αμεσότητα και η ειλικρίνεια χωρίς περιττά ταμπού και προκαταλήψεις – βαθιά ελευθερία και δικαιοσύνη. Η Αγάπη είναι ένα πλάσμα μαγικό, μόνο έτσι μπορώ να την χαρακτηρίσω. Πετάει και πατάει στη γη, θα στραβοπατήσει και θα ορθοποδήσει σαν ο μαγνήτης να τραβά μια μαριονέτα, θα ονειρεύεται και θα δημιουργεί χωρίς τέλος, σαν τον φεγγαροσκεπαστή που ξεκουράζεται μόνο στην πανσέληνο γιατί όλες τις νύχτες του χρόνου κρατά το σεντόνι για να ρυθμίζει το φως το φεγγαριού. Ετσι κι εκείνη, δεν θα ξεκουραστεί ποτέ, θα είναι πάντα η νεράιδα του φεγγαριού και του ήλιου. Και όλα τα δώρα που «κλέβει» από ουρανό και γη θα τα κάνει πιάτα που θα γευτείς με την καρδιά και όλες σου τις αισθήσεις, όπως ακριβώς τα μαγειρεύει – με όλες της τις αισθήσεις. Και με δυο καρδιές – τη δική της και της Αριάδνης. Και όλα τούτα με θάρρος και γλύκα, με πείσμα και ρίσκο, με χαρμολύπες. Σαν αληθινή νεράιδα.
Γεννήθηκες στην Αθήνα;
Γεννήθηκα στο Μαρούσι. Όταν ήμουν μόλις 40 ημερών πήγα στη Σκόπελο, γιατί εκεί ζούσε τότε η μητέρα μου μαζί με την αδερφή μου, όπου διατηρούσε και το φροντιστήριό της – η ίδια δίδασκε αγγλική και γαλλική λογοτεχνία. Στα δύο μου χρόνια μετακομίσαμε για έναν χρόνο στην Κρήτη και μετά επιστρέψαμε στη Σκόπελο. Στα έξι μου ήρθαμε οριστικά στην Αθήνα όπου και εργάστηκε στην τράπεζα, στο τμήμα ξένων γλωσσών.
Ο μπαμπάς σου υπήρχε στη ζωή σου;
Ο μπαμπάς μου ζει και υπήρχε πάντα. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει μετά τη γέννησή μου. Υπήρχε επαφή μαζί του, αλλά όχι ουσιαστική – πιο κανονική επικοινωνία αποκτήσαμε όταν ήμουν περίπου 20-22 ετών.
Ας μην ανοίξουμε την πληγή και ας προχωρήσουμε στα σχολικά σου χρόνια.
Α, πα, πα… δεν μου άρεσε καθόλου το σχολείο. Βαριόμουν θανάσιμα. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν ό,τι είχε σχέση με το γράψιμο: η έκθεση, η γλώσσα και αργότερα η λογοτεχνία. Παρ’ όλα αυτά ήμουν πολύ καλή μαθήτρια. Α, μου άρεσε ιδιαίτερα η φυσική και ακόμη και σήμερα τη βρίσκω συναρπαστική. Επίσης, λάτρευα τον αθλητισμό. Από πολύ μικρή ασχολήθηκα έντονα με το βόλεϊ, γιατί ήταν ο τρόπος μου να εκτονώνομαι και να ξεχνιέμαι. Mέσα σε αυτό, να πω πως στους μαγικούς μου κόσμους, βοηθούσε και η λατρεία μου για το σινεμά. Στα δέκα μου είχα δει ήδη το «Κουρδιστό Πορτοκάλι». Ο κινηματογράφος συνδέθηκε πολύ με τη φαντασία μου και με τον τρόπο που έβλεπα τον κόσμο.
Έχεις αδέρφια;
Έχω μία αδερφή επτά χρόνια μεγαλύτερη. Ήμασταν πολύ αγαπημένες, αλλά λόγω διαφοράς ηλικίας δεν ήμασταν ιδιαίτερα κοντά όταν ήμασταν μικρές. Μετά την εφηβεία γίναμε ουσιαστικά φίλες. Η μητέρα μου δούλευε πολλές ώρες και η αδερφή μου ήταν ήδη μεγάλη, οπότε περνούσα πολύ χρόνο μόνη μου. Ζούσα, όμως, πολύ μέσα στο κεφάλι μου. Διάβαζα αρκετά βιβλία, αλλά κυρίως ήμουν πολύ ονειροπόλα. Επίσης, η μουσική έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.
Οι μετακομίσεις συνεχίστηκαν;
Ναι, – όχι σε άλλες πόλεις, αλλά μέσα στην Αθήνα. Ηταν πολλές οι αλλαγές και για αρκετά χρόνια δεν υπήρχε πραγματική σταθερότητα. Όλα εξαρτιόνταν από τις συνθήκες της ζωής της μητέρας μου και γενικότερα της οικογένειας. Η μητέρα μου ήταν μια πραγματική αγωνίστρια. Προσπαθούσε διαρκώς να σταθεί στα πόδια της και να βρει τον δρόμο της. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, κάποιες φορές μπορεί να χανόμασταν εμείς λίγο μαζί της, αλλά τη θαυμάζω πολύ.
Τελειώνει το σχολείο. Τι αποφασίζει να κάνει η Αγάπη;
Γύρω στα 15 αποφάσισα ότι θα ασχοληθώ με τη μαγειρική. Μαγείρευα από επτά χρονών κανονικό φαγητό και ήταν κάτι που ήξερα ότι αγαπούσα βαθιά. Την ίδια περίοδο έπιασα και την πρώτη μου δουλειά στην εστίαση. Μου άρεσε πάρα πολύ και άρχισα να συνειδητοποιώ ότι αυτό είναι κάτι που θέλω πραγματικά να ακολουθήσω.
Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στη μαγειρική, και μάλιστα τόσο μικρή;
Το στοιχείο της φροντίδας. Πίστευα πάντα ότι είναι ο πιο άμεσος τρόπος να δείξεις σε κάποιον ότι τον σκέφτηκες, χωρίς να χρειαστεί να πεις ούτε μία λέξη. Μαγείρευα πολύ για το σπίτι και για τη μητέρα μου. Για να την ευχαριστήσω. Ήταν ένας τρόπος έκφρασης, λοιπόν.
Κατάλαβες από νωρίς συνεπώς ότι αυτό θα είναι το επάγγελμά σου.
Ναι, απολύτως. Έγραφα συνταγές, ζωγράφιζα βιβλία μαγειρικής, παρακολουθούσα φανατικά σεφ όπως ο Τζέιμι Όλιβερ. Ήμουν σχεδόν εμμονική με αυτό. Όταν συνειδητοποίησα ότι το κάνω καλά, ότι με γεμίζει και ότι όταν μαγειρεύω ξεχνιέμαι από όλα τα υπόλοιπα, αποφάσισα ότι αυτό θα γίνει η δουλειά μου. Την ίδια στιγμή, όταν εκτός αυτού έκανα και διάφορα άλλα όνειρα, ζούσαμε μέσα στην οικονομική κρίση. Ήθελα να σπουδάσω λογοτεχνία, να γίνω εκπαιδευτικός, να ασχοληθώ επαγγελματικά με τον αθλητισμό ή ακόμη και να μπω στην Καλών Τεχνών. Όμως έβλεπα την πραγματικότητα γύρω μου και σκεφτόμουν ότι η μαγειρική τουλάχιστον θα μου έδινε τη δυνατότητα να ταξιδέψω και να γνωρίσω ανθρώπους, που το ήθελα σαν τρελή, και να έχω πάντα δουλειά.
Όλα τα υπόλοιπα ενδιαφέροντά σου, παρέμειναν στη ζωή σου;
Ναι, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Τα κάνω πιο συνειδητά πια.


Έχεις αναφέρει αρκετές φορές ότι η μαγειρική σε βοηθούσε να μην σκέφτεσαι. Τι σημαίνει αυτό;
Νομίζω ότι είναι κομμάτι της φύσης μου, μια πολύ έντονη εσωτερική ζωή. Υπεραναλύω τα πάντα. Είμαι πολύ ρομαντική, το μυαλό μου ταξιδεύει συνεχώς και εξακολουθώ να πιστεύω σε πράγματα που πολλοί άνθρωποι σήμερα θεωρούν ξεπερασμένα. Αυτό όμως επιφέρει και βάρος. Υπάρχουν περίοδοι, μέσα στην ίδια χρονιά, που νιώθω σχεδόν διαφορετικός άνθρωπος. Ανά τρεις ή τέσσερις μήνες μπορεί να αλλάζει τελείως ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα. Δεν είναι κάτι καινούργιο αυτό, πάντα έτσι ήταν. Οπότε, ναι, χρειάζεται να αποσπώμαι και να μην σκέφτομαι διαρκώς.
Πότε ξεκινάς να δουλεύεις επαγγελματικά;
Στα 15 μου, σε ένα μπαρ. Δούλευα σε όλη τη διάρκεια του λυκείου, γιατί ήθελα να μαζέψω χρήματα για τις σπουδές μου.
Τι σπούδασες;
Σπούδασα σε μια σχολή που λειτουργούσε μέσα σε ένα αληθινό ξενοδοχείο. Παράλληλα με τα μαθήματα εργαζόμασταν κάτω από τις πραγματικές συνθήκες μιας επιχείρησης. Και αυτό για μένα ήταν πολύ σημαντικό. Σήμερα μπορεί να ακούγεται αυτονόητο ή να μην ενδιαφέρει καν κάποιον, αλλά τότε η εκπαίδευση ήταν συνεχής. Δεν μάθαινες μόνο να μαγειρεύεις – μάθαινες πώς λειτουργεί συνολικά μια επαγγελματική κουζίνα. Μαθαίναμε τα πάντα: πώς καθαρίζεται μια επαγγελματική κουζίνα, πώς εντοπίζεις και λύνεις τεχνικά προβλήματα, πώς λειτουργεί ο εξοπλισμός, τι σημαίνει κοστολόγιο, τι σημαίνει φύρα, πώς γίνονται οι παραγγελίες. Σήμερα βλέπω πολλά παιδιά να βγαίνουν από σχολές μαγειρικής χωρίς να έχουν εικόνα όλων αυτών. Ζητάμε όλο και περισσότερα πράγματα από τις νέες γενιές, αλλά συχνά λείπει η βάση. Εμείς δουλεύαμε σκληρά. Καθαρίζαμε, μαγειρεύαμε, οργανώναμε παραγγελίες, μαθαίναμε παραγωγή και διοίκηση. Ήταν μια ολοκληρωμένη εκπαίδευση.
Πιστεύεις ότι αυτό λείπει σήμερα γενικότερα και όχι μόνο από τη μαγειρική;
Ναι, απολύτως. Η βάση. Η παιδεία. Η κουλτούρα. Δεν είναι απαραίτητο να έχει σπουδάσει κάποιος, αλλά πρέπει να έχει μελετήσει πραγματικά αυτό που κάνει. Να έχει εμβαθύνει και να έχει χτίσει γερές βάσεις. Για μένα αυτό είναι απαραίτητο σε κάθε επάγγελμα.
Μετά τη σχολή έφυγες στο εξωτερικό;
Ναι. Έχω δουλέψει στην Αγγλία και στην Ελβετία. Παράλληλα ξεκίνησα πολύ νωρίς να κάνω private dining. Καθηγητές και άνθρωποι του χώρου με έπαιρναν μαζί τους σε διάφορα πρότζεκτ και μου πρότειναν να συμμετέχω ως βοηθός.
Άρα το private dining μπήκε νωρίς στη ζωή σου;
Ναι, αν και η αλήθεια είναι ότι αγαπούσα και αγαπώ πολύ περισσότερο το εστιατόριο. Με συγκινεί η ένταση, η ταχύτητα, ο ρυθμός. Αυτή η ενέργεια που υπάρχει σε μια κουζίνα όταν όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα.
Δεν σκέφτηκες ποτέ να μείνεις μόνιμα στο εξωτερικό;
Όχι πραγματικά. Ήμουν πάντα πολύ ρομαντική. Έφευγα, δούλευα, αποκτούσα εμπειρίες, αλλά πάντα ήθελα να επιστρέψω. Ασε που συνήθως ήμουν ερωτευμένη με κάποιον και αυτό έπαιζε ρόλο στις αποφάσεις μου. Αργότερα έμεινα έγκυος οπότε αναπόφευκτα, οι επιλογές μου είχαν ως βάση τη ζωή μου εδώ. Πέρα όμως από αυτό, αγαπώ πολύ την Ελλάδα. Δεν είχα ποτέ πραγματική τάση φυγής. Αν έφευγα, θα ήταν για την εμπειρία. Ήξερα πάντα ότι θα επέστρεφα.
Πότε έμεινες έγκυος;
Στα 22 μου. Τότε ήδη δούλευα πολύ. Είχα περάσει και από τη Δανέζικη Πρεσβεία, έκανα διάφορες δουλειές και γενικώς εργαζόμουν συνεχώς.
Το γεγονός ότι ήσουν πολύ νέα σε δυσκόλεψε επαγγελματικά; Τι λες εσύ για τις ακραίες συμπεριφορές που συχνά συνδέονται με τις επαγγελματικές κουζίνες;
Όχι, δεν δυσκολεύτηκα ιδιαιτέρως. Ήμουν τυχερή γιατί συνεργάστηκα με καλούς ανθρώπους. Δεν έχω βιώσει ούτε μια φορά μπούλινγκ μέσα στην κουζίνα. Μπορεί να μην με αντιμετώπιζαν όλοι με σεβασμό από την πρώτη στιγμή, αλλά μέσα σε μία εβδομάδα συνήθως αυτό είχε κερδηθεί. Επίσης, δεν πλησίαζα μέρη που είχαν φήμη κακής συμπεριφοράς στους ανθρώπους τους. Προσπαθούσα να προστατεύω τον εαυτό μου και τον τρόπο που ήθελα να εργάζομαι. Φυσικά ξέρω ότι πολλοί συνάδελφοί μου έχουν βιώσει πολύ δύσκολες καταστάσεις και λυπάμαι για αυτό.
Είπες πριν ότι μαγειρεύεις με όλες σου τις αισθήσεις. Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι όταν μαγειρεύω μπαίνω σε έναν δικό μου κόσμο. Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά πολλές φορές προσεύχομαι. Κάνω όμορφες σκέψεις και φτιάχνω έναν εσωτερικό χώρο όπου μπορώ να υπάρχω απόλυτα συγκεντρωμένη. Γι’ αυτό προστατεύω τόσο πολύ αυτή τη διαδικασία. Αν χαθεί, το φαγητό γίνεται μηχανικό και χάνει την ψυχή του. Τεχνικά μπορεί να φτιάξεις ένα άρτιο πιάτο χωρίς να έχεις βάλει την ψυχή σου. Το αποτέλεσμα όμως δεν είναι το ίδιο. Αυτό το πιστεύω για οτιδήποτε δημιουργείται με τα χέρια ή με την ψυχή. Έχει σημασία αν είσαι πραγματικά παρών, και αν αγαπάς αυτό ή απλώς το κάνεις για να επιβιώσεις. Όλα αποτυπώνονται στο τελικό αποτέλεσμα.
Πώς αντιλαμβάνεσαι σήμερα την εξέλιξη και την επαγγελματική επιτυχία;
Για μένα προτεραιότητα είναι να είμαι χαρούμενη. Τα χρήματα τοποθετούνται πιο χαμηλά στη λίστα, ίσως πιο χαμηλά απ’ όσο θα έπρεπε. Από την άλλη, όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω ότι χρειάζεται να βλέπεις και τι υπάρχει μετά από κάθε βήμα. Αν μια δουλειά μπορεί να σου ανοίξει μια νέα διαδρομή, να σε εξελίξει ή να σε οδηγήσει κάπου «μεγαλύτερα», τότε αυτό έχει αξία. Κάποια στιγμή η εμπειρία πρέπει να σε βοηθά να κάνεις επιλογές που έχουν και συνέχεια.
Αυτό δεν μπορεί να μην άλλαξε όταν έγινες μητέρα.
Βεβαίως! Πριν αποκτήσω παιδί ήμουν πολύ πιο παρορμητική, σχεδόν αυτοκαταστροφική κάποιες φορές. Έκανα ό,τι μου άρεσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήμουν τυχερή γιατί συνήθως τα πράγματα πήγαιναν καλά, αλλά δεν λειτουργούσα με ιδιαίτερη στρατηγική. Μετά το παιδί άρχισα να σκέφτομαι πιο ρεαλιστικά. Όχι μόνο εξαιτίας της μητρότητας, αλλά και επειδή η κουζίνα είναι μια εξαιρετικά απαιτητική δουλειά.
Με ποια έννοια;
Είναι μια δουλειά που καταπονεί το σώμα. Είναι πολύ κουραστική. Επηρεάζει τα πάντα: την υγεία, τις ορμόνες, το σώμα σου, ακόμη και την εμφάνισή σου. Από ένα σημείο και μετά αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν όλη αυτή η προσπάθεια μπορεί να σου προσφέρει και κάτι παραπάνω. Αν μπορεί να σε εξελίξει, να σου δώσει καλύτερες συνθήκες ή νέες δυνατότητες. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι πιο στρατηγικά, τόσο λόγω της Αριάδνης όσο και λόγω της ίδιας της ζωής.

Πώς αποφασίζεις στα 22 σου να κρατήσεις ένα παιδί;
Η αλήθεια είναι ότι όταν έμαθα ότι ήμουν έγκυος ήμουν ήδη τριών μηνών. Δούλευα ασταμάτητα και το μόνο που είχα καταλάβει ήταν μια έντονη υπνηλία. Εκείνη την περίοδο περνούσα και μια δύσκολη προσωπική φάση. Είχα μια ερωτική απογοήτευση, δούλευα τέσσερις δουλειές, είχα μετακομίσει και γενικά η ζωή μου ήταν χαοτική. Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω εξετάσεις και ανακάλυψα ότι ήμουν ήδη τριών μηνών έγκυος ενώ προηγουμένως τρία τεστ εγκυμοσύνης, είχαν βγει όλα αρνητικά. Όταν το έμαθα, αισθάνθηκα ότι αυτό το παιδί έπρεπε να έρθει. Δεν ένιωσα φόβο ούτε βίωσα κάποιον πανικό. Σαν να ενεργοποιήθηκε μέσα μου ένας μηχανισμός που μου είπε ότι όλα θα πάνε καλά.
Ήθελες έτσι κι αλλιώς να κάνεις οικογένεια;
Ναι, πάντα ήθελα να κάνω οικογένεια και παιδιά. Όχι όμως στα 22 μου.
Πώς αντέδρασαν οι άνθρωποι γύρω σου;
Με δυσκολία στην αρχή. Η μητέρα μου δυσκολεύτηκε πολύ να το διαχειριστεί. Η αδερφή μου τρόμαξε. Οι φίλοι μου ήταν πολύ ζεστοί μαζί μου, αλλά έβλεπα τον πανικό στα μάτια τους. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι και νομίζω ότι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβαινε και πώς θα μπορούσαν να με στηρίξουν.
Τελικά σε στήριξαν;
Περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσα να φανταστώ. Όταν γεννήθηκε η Αριάδνη συνειδητοποίησα πόσο τυχερή είμαι με τους ανθρώπους που έχω γύρω μου. Οι φίλοι μου στάθηκαν δίπλα μου με τρόπο συγκλονιστικό. Δεν με άφησαν ποτέ να νιώσω ότι είμαι μόνη μου σε αυτό. Αν δεν υπήρχαν, δεν ξέρω αν τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί τόσο όμορφα.

Φοβήθηκες ποτέ;
Όχι. Και το λέω με απόλυτη ειλικρίνεια. Ήμουν πολύ ήρεμη. Περίεργα ήρεμη.
Τι είναι αυτό που σε δυσκολεύει περισσότερο ως μητέρα;
Όχι η καθημερινότητα και όχι η φροντίδα. Αυτό που μου λείπει περισσότερο είναι ο χρόνος για να δημιουργήσω. Όχι ο προσωπικός χρόνος με την κλασική έννοια, αλλά ο χρόνος για να αφοσιωθώ σε μια ιδέα, σε ένα καλλιτεχνικό πρότζεκτ ή σε μια επαγγελματική ευκαιρία. Όταν έχεις παιδί, ειδικά τα πρώτα χρόνια, ένα μεγάλο κομμάτι του μυαλού και της συναισθηματικής σου ενέργειας ανήκει εκεί. Δεν μπορείς να δοθείς ολοκληρωτικά σε κάτι άλλο όπως παλιά. Περισσότερο με επηρεάζει το γεγονός ότι δεν έχω την ίδια δημιουργική διαθεσιμότητα που είχα παλιότερα. Δεν είμαι τόσο παραγωγική όσο ήμουν πριν αποκτήσω παιδί. Και κάτι ακόμη: σταμάτησα να είμαι τόσο φιλόδοξη.
Η Αριάδνη σε έχει φέρει αντιμέτωπη με δύσκολες ερωτήσεις;
Βέβαια. Η πιο δύσκολη ερώτηση ήταν πάντα γιατί είμαστε οι δυο μας και γιατί ο μπαμπάς της δεν είναι μαζί μας.
Ο πατέρας της υπάρχει στη ζωή της;
Υπάρχει, αλλά δεν είναι ουσιαστικά μέρος της καθημερινότητάς μας. Τον γνωρίζει, αλλά δεν συμμετέχει στη ζωή μας.
Πώς διαχειρίζεσαι αυτές τις συζητήσεις;
Με ειλικρίνεια. Θυμάμαι ότι κάποτε με είχε ρωτήσει αν θα είμαστε ποτέ περισσότεροι από δύο. Άλλες φορές μου έλεγε να κάνω άλλο ένα παιδί για να μεγαλώσουμε την οικογένειά μας ή ότι πλέον μπορεί να βοηθήσει κι εκείνη. Προσπαθώ πάντα να της εξηγώ τα πράγματα χωρίς αρνητισμό ή πίκρα. Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχουν πάρα πολλές διαφορετικές μορφές οικογένειας. Νομίζω ότι όλες οι οικογένειες έχουν τις δικές τους ιδιαιτερότητες.
Βλέπεις επαναλήψεις του μοτίβου της μητέρας σου στη δική σου ζωή;
Ναι, φυσικά. Και αυτό είναι κάτι που με απασχολεί πολύ. Φοβάμαι μήπως και η κόρη μου επαναλάβει κάποια πράγματα και συνεχίζεται αυτό από γενιά σε γενιά. Γι’ αυτό προσπαθώ συνειδητά να κόψω αλυσίδες που κουβαλάω. Για παράδειγμα, συνειδητοποίησα ότι είχα επιλέξει σύντροφο με τρόπο πολύ παρόμοιο με εκείνον της μητέρας μου. Η διαφορά είναι ότι εγώ αποφάσισα να σταματήσω αυτόν τον κύκλο πολύ νωρίς. Ήταν μια συνειδητή επιλογή.
Ας κλείσουμε με το Preza Studio και πώς προέκυψε.
Το Preza Studio ξεκίνησε σχετικά πρόσφατα και το δημιουργήσαμε μαζί με τον Κάρολο Μιχαηλίδη. Είμαστε πολύ καλοί φίλοι και συνεργάτες εδώ και χρόνια. Ο Κάρολος είναι αρχιτέκτονας και συχνά δουλεύαμε μαζί σε διάφορα πρότζεκτ. Παρατηρήσαμε ότι οι άνθρωποι που συνεργάζονταν μαζί μας ζητούσαν ολοένα και περισσότερα πράγματα. Όχι μόνο φαγητό, αλλά συνολικές εμπειρίες, πιο σύνθετα πρότζεκτ και πιο ολοκληρωμένες προτάσεις. Ετσι, αποφασίσαμε να χτίσουμε μια δημιουργική πλατφόρμα γύρω από το τραπέζι και το φαγητό. Η ιδέα είναι να δημιουργούμε εμπειρίες είτε για πελάτες είτε δικές μας, όπου ο κόσμος να γίνεται ουσιαστικά μέρος του ίδιου του τραπεζιού. Μοιραζόμαστε μια πολύ κοινή αντίληψη για το φαγητό, τη φιλοξενία, τη φροντίδα και την αισθητική. Δεν μας ενδιαφέρει μόνο τι τρώει κάποιος, αλλά και πώς το βιώνει. Ασχολούμαστε με ολόκληρη την εμπειρία: τον χώρο, τη σκηνογραφία, την αισθητική, τη ροή του event, την ατμόσφαιρα και φυσικά το φαγητό.
Μπορείς να δώσεις κάποια παραδείγματα;
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα πρότζεκτ που κάναμε ήταν για το Monocle. Μας ζήτησαν να δημιουργήσουμε κάτι πολύ προσωπικό, πολύ ελληνικό, αλλά ταυτόχρονα με μια κλασική και διαχρονική αισθητική. Επιλέξαμε το σπίτι του Βαλσαμάκη στο Σούνιο και εκεί οργανώσαμε ένα μεγάλο τραπέζι βασισμένο στις δικές μας γεύσεις και στη δική μας αντίληψη για την ελληνική φιλοξενία. Ήταν μια εμπειρία που συνδύαζε τον χώρο, την αρχιτεκτονική, το φαγητό και την αφήγηση. Πρόσφατα οργανώσαμε ένα μεγάλο τραπέζι στη Νάξο για τα εξήντα χρόνια ενός μεγάλου e-shop. Επειδή συνεργάζομαι με ανθρώπους στο νησί και γνωρίζω πολύ καλά τον τόπο, αποφασίσαμε να στήσουμε την εμπειρία μέσα σε έναν αμπελώνα. Όλο το concept βασίστηκε στη γη, στο αμπέλι, στα λουλούδια και στην τοπική φύση. Οι καλεσμένοι κάθονταν κυριολεκτικά μέσα στα αμπέλια και το φαγητό αντλούσε έμπνευση από το ίδιο το περιβάλλον. Τα πιάτα παρέπεμπαν στα λουλούδια, στα φυτά, στη γη και στο τοπίο που τους περίβαλλε. Το φαγητό είναι η αφορμή. Αυτό που πραγματικά μας ενδιαφέρει είναι η συνολική εμπειρία. Η αφήγηση, η αισθητική, η ατμόσφαιρα, η σύνδεση των ανθρώπων γύρω από ένα τραπέζι.
Με αυτή τη δουλειά δεν λείπεις συχνά από το σπίτι;
Όχι τόσο όσο θα φανταζόταν κανείς. Στην πραγματικότητα είναι από τις πιο ανθρώπινες επαγγελματικές συνθήκες που έχω ζήσει μέχρι σήμερα. Πολλές φορές, όταν δεν υπάρχουν σχολικές υποχρεώσεις, παίρνω μαζί μου την Αριάδνη. Ταξιδεύουμε μαζί και περνάμε υπέροχα. Αλλά και να χάσει λίγες ημέρες από το σχολείο, δεν πειράζει. Θεωρώ ότι αυτές οι εμπειρίες είναι εξίσου σημαντικές με οτιδήποτε μπορεί να μάθει κανείς μέσα σε μια τάξη.
Σήμερα, στα 31 σου, τι θεωρείς σημαντικότερο απ’ όλα;
Να μπορώ να δημιουργώ χωρίς να χάνω τον εαυτό μου. Να κάνω πράγματα που έχουν ψυχή, που έχουν φροντίδα και νόημα. Να παραμένω ανοιχτή στους ανθρώπους, χωρίς να γίνομαι κυνική. Και να μπορώ να μεγαλώνω την κόρη μου με αγάπη, ελευθερία και ειλικρίνεια, χωρίς να της μεταφέρω βάρη που δεν της ανήκουν. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πρότζεκτ που έχω αναλάβει ποτέ.
Ευχαριστούμε πολύ το εστιατόριο Cookoovaya για τη φιλοξενία.

“Cooking is an art of care — the most direct way to tell someone you’re thinking of them without saying a single word.”
Agapi is not an ordinary chef, and Preza Studio is not a typical brand that organises events with food. Absolutely nothing about her is ordinary.
By Mia Kollia
Photographs: Stefanos Oikonomakis
Translated by Ellie Spanos

Meeting her felt a bit like love at first sight. I took an instant liking to her, she won me over entirely, leaving no room for second-guessing anything she said or did. I was truly captivated by her directness and honesty, free from unnecessary taboos and prejudices — a profound sense of freedom and justice. Agapi is a genuinely magical being. There is simply no other way to describe her. She is able to soar while remaining grounded, she stumbles only to find her footing, drawn back to balance again like a magnet pulling a puppet. She will dream and create endlessly, reminiscent of a mythical creature shrouding the moon, resting only when it is full because every other night of the year is spent holding the canvas that regulates its light. Similarly, she will never rest, she will always be the fairy of the moon and sun. And she will make all the gifts she “steals” from the sky and earth into dishes to be savoured with your heart and all your senses, mirroring the way she cooks them… with two hearts beating as one — her own and her daughter Ariadne’s. She balances it all with a bent of courage, sweetness, fierce determination and risk, with bittersweet melancholy. Just like a true fairy.
Were you born in Athens?
I was born in Marousi. When I was just 40 days old, we went to Skopelos because that was where my mother and sister were living at the time. My mother ran her own private language academy, teaching English and French literature. When I turned two, we moved to Crete for a year and then returned to Skopelos. We relocated to Athens for good when I was six, and my mother took a job in the foreign languages department of a bank.
Was your father part of your life?
My father is alive and has always been there. My parents divorced shortly after I was born. Although we stayed in contact over the years, the relationship lacked real depth and closer communication didn’t develop until I was around 20 or 22.
Let’s leave that door closed for now and move on to your school years.
Oh dear… I didn’t like school at all, it bored me to tears. The only things I found interesting were anything connected to writing: essays, language and later literature. Despite all this, I was a very good student. I particularly liked physics and am fascinated by it even today. I also loved sports. From an early age I poured my energy into volleyball, it was a physical outlet — a way to switch off my brain. My escape into magical worlds was also driven by a love of the cinema. By the time I was ten I’d already seen “A Clockwork Orange”. The cinema became intertwined with my imagination and the way I saw the world.
What about siblings?
I have a sister who is seven years older than me. We loved each other dearly, but our age difference meant we weren’t close when we were young. We became close in my late teens. My mother worked long hours and my sister was already grown so I spent a lot of time alone. But I lived vividly inside my own head. I read many books but most of all I was a daydreamer. Music also played a defining role in my life.
Did the frequent moves continue?
Yes, but within Athens, not to other cities. There were several changes and no real stability for quite a few years. Everything depended on my mother’s shifting personal and professional circumstances. My mother was a true warrior. She was constantly battling to find her footing and find her way. My sister and I occasionally got lost in that process, but I admire her immensely.
School comes to an end. What does Agapi decide to do?
When I was about 15, I decided to pursue cooking. I had been cooking real meals since the age of seven and I knew I loved it deeply. Around that same time, I got my very first job in hospitality. I liked it very much and started to realise that this was something I wanted to do.
What drew you to the kitchen, and at such a young age?
The element of care. I have always believed that it is the most direct way to show someone that you are thinking of them, without exchanging a single word. I did lots of cooking at home and for my mother as a way to please her. It was a form of self-expression.
So you knew early on that this would be your career.
Yes, absolutely. I wrote recipes, sketched out cookbooks, and fanatically watched chefs like Jamie Oliver. It bordered on obsession. When I realised that I was good at it, that it fulfilled me and that when I was cooking the world was forgotten, I decided it would become my job. At the same time, I also had various other dreams and we were living through the economic crisis. I wanted to study literature, to become a teacher, to engage in professional sports and even to study at the School of Fine Arts. But I was able to see the reality of my situation and thought that cooking would at least offer me the opportunity to travel and meet people — something I desperately craved — and to always have a job.
Did these other interests remain part of your life?
Yes, but in a different way. I do them more consciously now.
You’ve mentioned that cooking helps you not to think several times now. What do you mean by that?
I think it’s part of my nature, a very intense internal life. I overanalyze everything. I’m very romantic, my mind wanders and I continue to believe in things that many people today consider outdated. But this carries a weight with it. There are periods within the same year that I almost feel like a different person. Every three or four months can bring about a complete change in the way I see things. This isn’t something new, it’s always been like that. So yes, I need to be distracted and not think constantly.
When did you start working?
At 15, in a bar. I worked all through high school because I wanted to save money for my studies.
What did you study?
I studied at an academy that operated within a functioning hotel. Alongside the coursework, we worked under the real conditions of a business. And that was very important to me. Today that structure may sound standard or even unremarkable, but at the time the training was rigorously continuous. You didn’t just learn to cook, you learned how a professional kitchen operates. We were taught everything: how to clean an industrial kitchen, how to identify and solve technical problems, how the equipment operates, how to calculate food cost margins, the meaning of waste and how to order goods. Today I see many graduates of cooking school who don’t know anything at all about these things. We ask more and more from the younger generation, but the foundational skills are missing. My peers and I worked hard. We cleaned, cooked, managed orders, and learned about production and administration. It was an integrated education.
Do you believe that this is generally lacking in education today?
Absolutely. The base, the education, the cultures. A person doesn’t necessarily need to have a degree, but they should truly study their craft. To dive deep and build strong foundations. I feel this is necessary in every profession.

Did you go abroad after finishing school?
Yes. I worked in England and Switzerland, while also becoming involved in private dining. Professors and established people in the industry took me with them on various projects as an assistant.
So private dining entered your life early on?
Yes, although the truth is that I loved and still love the restaurant more. I’m moved by the intensity, the speed, the rhythm. The energy that exists in a kitchen when so much is happening at the same time.
Did you ever consider staying abroad permanently?
Not really. I’ve always been a romantic at heart. I left, worked, gathered experiences, but I always wanted to return home. I was also usually in love with someone and this influenced my decisions. Later on I became pregnant so my decisions centered around building a life here. But even without that factor, I love Greece deeply. I never really wanted to escape permanently. I always knew I’d return.
When did you get pregnant?
At 22. I had already worked a lot by that time, including a period at the Danish Embassy, various other jobs and generally working non stop.
Did the fact that you were very young create friction in your work? What is your opinion on the extreme behaviours often associated with professional kitchens?
No, I didn’t face any particular challenges. I was lucky because I was working with good people. I never once experienced bullying in the kitchen. I might not have been treated with respect from day one, but after a week of hard work, I usually earned it. I also steered clear of places that had a bad reputation for mistreating their staff. I tried to protect myself and the way I wanted to work. Of course I’m aware that many of my peers have experienced difficult environments and I’m very sorry about this.
You mentioned earlier that you cook with all your senses. What do you mean by that?
It means that when I cook I enter a world of my own making. It may sound strange, but I often pray. I think beautiful thoughts and create an internal space where I can remain entirely focused. That’s why I’m so protective of this process. If it is lost, the food becomes transactional and loses its soul. From a purely technical standpoint, you can make the perfect dish without pouring your soul into it. The result, however, is not the same. I believe this is true for anything we create by hand or with our soul. Being present and loving what you do is important, versus simply doing it to survive. It’s all evident in the final result.
How do you define evolution and professional success at this stage in your life?
My priority is to be happy. Money is lower on the list, perhaps lower than it should be. On the other hand, as I mature I realise it’s important to be able to see what comes next. If a job can open a new path, help you grow or lead to something “bigger” down the line, then it’s worthwhile. At some point, experience should help you make choices that also have a future.
This must have changed when you became a mother.
Of course! Before having a child I was much more impulsive, almost self-destructive at times. I did whatever I liked without a second thought. I was lucky because things usually went well, but I didn’t have a particular strategy in mind. After my daughter was born, I started thinking more realistically. Not only because of motherhood, but also because the kitchen is an extremely demanding job.
In what sense?
It’s a job that takes a toll on the body. It’s exhausting. It affects everything: health, hormones, the body and even physical appearance. You eventually start to question whether this level of effort can offer something more. Can it help you evolve, give you better conditions or new abilities? That’s when I started thinking more strategically, both for Ariadne and for life itself.
How did you decide to keep a child at the age of 22?
The truth is that I was already three months along when I found out I was pregnant. I was working around the clock and the only symptom I had was intense sleepiness. That period was also difficult on a personal level. My heart was broken, I was working four jobs, I had just moved and my life was generally very chaotic. I finally decided to have some tests done and discovered I was already three months pregnant, a shock as I’d done three pregnancy tests that had all come out negative. When I got the news, I felt this child was meant to be here. I wasn’t afraid and I didn’t panic. It was as if an internal gear clicked into place, telling me everything would be OK.

Did you always want to build a family?
Yes, I always wanted a family and children. Just not at the age of 22.
How did the people around you react?
It was difficult in the beginning. My mother struggled to handle it. My sister was frightened. My friends were very loving but I could see the panic in their eyes. We were all very young and I think they were trying to process the reality of the situation and how they could support me.
And did they support you in the end?
More than I could ever imagine. When Ariadne was born, I realised how lucky I am with the people I have around me. My friends stood by me in the most amazing way. They never let me feel I was alone in this.
Were you ever afraid?
No. And I say this with absolute honesty. I was very calm. Strangely calm.
What aspect of motherhood is the hardest?
Not the daily routine and not the caregiving. What I miss most is the time to create. Not the personal time in the classic sense, but the time to devote myself to an idea, to an artistic project or to a professional opportunity. When you have a child, particularly in the early years, a large part of your mind and emotional energy belongs to them. You cannot give yourself over to something else like you used to. I am more affected by the fact that I don’t have the same creative availability that I had in the past. I’m not as productive as I was before having a child. And something more: I stopped being so ambitious.

Has Ariadne asked you any difficult questions?
Definitely. The most difficult question was always why it was just the two of us and why her father wasn’t there.
Is her father in the picture?
He exists, but he isn’t a substantial part of our daily routine. She knows him, but he doesn’t contribute to our life.
How do you manage these discussions?
With honesty. I remember she once asked me if we would ever be more than two. Other times she told me to have another child to grow our family or that she was old enough to help. I always tried to explain things to her without negativity or bitterness. The reality is that many different forms of family exist today.
Do you see repetitions of the pattern of your mother’s life in your own?
Yes, of course. And this is something I think about a great deal. I’m also afraid that my daughter will repeat these patterns, carrying them from generation to generation. That’s why I try to consciously cut the “chains” tying me down. For example, I realised that I had chosen a partner in a very similar way to that of my mother. The difference is that I decided to stop the cycle very early on. It was a conscious choice.
Let’s close with Preza Studio and how it all began.
Preza Studio started relatively recently and I co-founded it with Karolos Michailides. We have been very good friends and collaborators for years. Karolos is an architect and we often worked together on various projects. We noticed that the people working with us were asking for more and more things. Not only food, but complete experiences, more complex projects and more comprehensive proposals. So we decided to launch a creative platform built around the table and food. The idea is to create experiences — both for our clients and for ourselves — where the guests essentially become part of the table itself. Karolos and I share a common perception of food, hospitality, care and aesthetics. We aren’t only interested in what someone eats, but also how they experience it. We focus on the experience as a whole: the space, the scenography, the aesthetics, the flow of the event, the atmosphere, and the food, of course.
Can you give us some examples?
One of the most special projects we’ve worked on was for Monocle. They asked us to create something very personal, very Greek, but with a classic and timeless aesthetic at the same time. We chose the house designed by Nikos Valsamakis in Sounio and organised a large table based on our culinary flavours and our perception of Greek hospitality. We also recently organised a large table on Naxos to celebrate the 60th anniversary of a large e-shop. Using my knowledge of the island and cooperating with locals, I decided to set up the experience in a vineyard. The entire concept was based on the earth, the vine, the flowers and local nature. The guests dined among the vines and the food drew inspiration from the environment. The dishes mirrored the flowers, the plants, the earth and the landscape surrounding them. The food was merely an excuse. What truly interested us was the overall experience.
Does this job keep you away from home?
Not as much as one would imagine. In reality, it is one of the most humane professional environments I’ve had to date. I take Ariadne with me when she doesn’t have school. We travel together and we have a wonderful time. It doesn’t matter if she misses a few days of school. I believe that these experiences are equally important as anything that can be learned in a classroom.
Today, at 31, what do you consider to be most important?
To be able to create without losing myself. To do things that have soul, care and meaning. To remain open to people without becoming cynical. And to be able to raise my daughter with love, freedom and honesty, without passing down generational baggage that doesn’t belong to her. This is perhaps the most important project I will ever undertake.
We sincerely thank Cookoovaya Restaurant for its warm hospitality.


